
Τελετουργικό ή ρουτίνα; Καμία απορία. Η απάντηση είναι απλή. Εύκολη. Και εξαιρετικά άδικη. Εκτός αν είσαι συγγραφέας, φιλόσοφος, μουσικός, σκηνοθέτης, ζωγράφος -τέλος πάντων καλλιτέχνης. Με μία κάποια υπόσταση στο χώρο.
Σημαντική Σημείωση: Αντικατάστησε το παραπάνω «κάποια» με τη λέξη «μεγάλη» και είσαι μέσα.
Εντάξει, καλό το chat στο Facebook αλλά εδώ ο άλλος σου λέει μέτραγε -καθημερινά- έναν προς έναν τους κόκκους του καφέ του μέχρι αυτοί να φτάσουν τον αριθμό 60 (περί Μπετόβεν ο λόγος).
Είναι αδικία. Πράγματι. Αν το προαναφερθέν «τελετουργικό» με τον καφέ το έκανε ο συνάδελφος, πέρα από ψυχαναγκαστικό, θα τον έκανες και πέρα. «Άσε με καλέ με τον ψυχάκια» θα έλεγες και θα άλλαζες γωνία κάθε φορά που τον πετύχαινες στο δρόμο.
Αλλά μιας και μίλησες για ψυχαναγκασμό, αρκεί να σου αναφέρω ότι ο Γ. Μπ. Γέιτς υποχρέωνε τον εαυτό του να γράφει πάντα δύο ώρες την ημέρα. Είτε είχε όρεξη είτε όχι. «Αυτή η καθημερινή πειθαρχία ήταν κρίσιμη για τον Γέιτς, τόσο επειδή η συγκέντρωσή του ελάττωνόταν χωρίς κανονικό πρόγραμμα - “οποιαδήποτε αλλαγή αναστατώνει τις όχι και πολύ εδραιωμένες συνήθειες της δουλειάς μου”- όσο και επειδή δούλευε με ρυθμούς χελώνας». Μόλις διάβασα αυτό το τελευταίο με τη χελώνα κατάλαβα ότι κακώς μου έκανε εντύπωση όταν ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, μιλώντας μου για την Ντύρντρα μου εξήγησε ότι πρόκειται για ένα έργο του Γέιτς που του πήρε τριάντα χρόνια μέχρι να το ολοκληρώσει.
Αλλά ας περάσουμε λίγο στο ερωτικό κομμάτι
Αλήθεια πώς θα χαρακτήριζες μια γυναίκα που ξυπνάς για πρώτη φορά σπίτι της και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να σηκωθεί, να ντυθεί, να καθήσει στο γραφείο της και με ένα ύφος κάπως προστακτικό να σου πει: «Εσύ δουλεύεις εκεί» δείχνοντας το κρεβάτι;
«Το μεσημέρι πήγαινε στο Σαρτρ και έτρωγων μαζί -μερικές φορές, αργότερα πήγαινα και εγώ μαζί τους. Μετά, το απόγευμα πήγαινε σπίτι του και δούλευαν εκεί, τέσσερις ώρες περίπου... Μετά συναντιόμασταν για βραδινό και σχεδόν πάντα εκείνη και ο Σαρτρ πήγαιναν και κάθονταν κάπου απόμερα κι εκείνη του έκανε κριτική σε όσα είχε γράψει εκείνη την ημέρα. Μετά εκείνη κι εγώ επιστρέφαμε σπίτι της και πέφταμε για ύπνο».
Ναι πράγματι, ίσως δεχτείς να είσαι μαζί της ενώ εκείνη, είναι με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ.
Αρκετά όμως με τις καρδούλες, ας δούμε λίγο το εργασιακό κομμάτι
Αλήθεια πόσα έχουν γραφτεί, λεχθεί και ακουστεί (σε φάση «φήμες, θέλουν...») για τους δημόσιους υπαλλήλους. Τόσα, που μας έχουν κάνει να τους αντιπαθήσουμε. Να τους καταδικάσουμε σε απραγία και να αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι την όποια επαφή μαζί τους (σε ένα μεγάλο ποσοστό, δεν έχουμε και άδικο αλλά δεν είναι της παρούσης να το συζητήσουμε -δεν έχει και ενδιαφέρον άλλωστε). Ωραία, συμφωνούμε.
Εάν μάθαινες ωστόσο ότι η καθημερινότητα ενός ευφυούς μυαλού όπως αυτό του Φραντς Κάφκα ήταν τόσο βαρετή όσο αυτή του προαναφερθέντα δημοσίου υπαλλήλου, τι θα έκανες;
«Από τις 8:00 μέχρι τις 14.00 ή τις 14.30 στο γραφείο, μετά μεσημεριανό μέχρι τις 15.00 ή τις 15.30 ύστερα ύπνος στο κρεβάτι μέχρι τις 19.30. Μετά, δέκα λεπτά γυμναστική γυμνός μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.»
Και κλείνω την παρένθεση και επιστρέφω στις συνήθειες. Αυτή τη φορά, τις πιο «εκνευριστικές»
Πόσες φορές έχεις καταραστεί το ξυπνητήρι σου; Και κυρίως πόσο έχεις σιχαθεί αυτόν τον εκνευριστικό του ήχο; Επειδή φαντάζομαι ότι είναι πολλές, θα ήθελα να σου προτείνω να αναθεωρήσεις.
Υπάρχουν κάποιοι όπως ο Βίκτορ Ουγκώ φερ'ειπείν, που ξύπναγαν πιο βίαια και το απολάμβαναν. «Σηκωνόταν την αυγή με τον ήχο μιας πιστολιάς από μία κοντινή στρατιωτική βάση».
Όταν καταφέρεις την ιδιοτροπία, την παραξενιά ή την «ανωμαλία» σου να τις «εκλογικεύσεις» και να τους δώσεις αξία στην καθημερινότητά σου, τότε ξέρεις, ότι η ιδανική λέξη για να περιγράψει την -για τους άλλους ρουτίνα σου- είναι το τελετουργικό.
Πηγή των ανωτέρω αποσπασπάτων καθώς και της απορίας που πυροδότησε το σημερινό κείμενο είναι το βιβλίο Η Τέχνη της Ρουτίνας του Mason Currey που κυκλοφορεί από την Key Books.



























